Κυριακή, 19 Αυγούστου 2018

H KATAΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

Αποτέλεσμα εικόνας για Αὐγουστίνου Καντιώτου
«Πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου» (Ματθ. 19,20)

"Τὴν ἀκολασία ὁ διάβο­λος τὴ «βάφτισε» μὲ νέο ὄνομα...
Φτάσαμε σὲ χρόνια σατανικά. Καὶ ἡ λέξι «σὲξ» δὲν εἶνε τίποτ᾽ ἄλλο παρὰ ἕ­να «χρυσόχαρτο», μὲ τὸ ὁ­ποῖο ὁ διάβολος τυλίγει τὸ χάπι ποὺ περιέχει τὸ φαρμάκι"· 

Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο. Θά ᾽πρεπε
νὰ τ᾽ ἀκούσουν ὅλοι· νέοι, ἐκπαιδευτικοί, καὶ προπαντὸς γο­νεῖς. Τεντώνουν τ᾽ αὐτιά τους σὲ διαφόρους σταθμούς· ἂς ἀκούσουν τὴν Ἐκκλησία μας ποὺ κελεύει «Σοφία· ὀρθοὶ ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐ­αγγελίου». Ὅταν διαβάζεται τὸ Εὐ­αγγέλιο, ὁ ἄν­θρω­πος δὲν πατάει στὴ γῆ, εἶνε στὰ οὐρά­νια, ἀκούει τὴ φωνὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου!

* * *

Ἦρθε, λέει σήμερα τὸ εὐ­αγγέλιο, κά­ποιος στὸ Χριστὸ καὶ πα­ρακαλοῦσε. Τί ἤθελε ἆραγε; Ἦταν φτωχὸς καὶ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη; Ὄχι, ἦταν πλούσιος μὲ μεγάλη περιουσία. Μήπως ἦταν ἄρρωστος καὶ ζητοῦσε θεραπεία; Ὄχι, ἦ­ταν νέος καὶ ὑγιής. Μήπως ἦταν ἄσημος, παραγκωνισμένος; Ὄχι· κοντὰ στὰ ἄλλα εἶχε καὶ ἀξιώματα. Τίποτε ὅμως ἀπ᾽ αὐτὰ δὲν τὸν ἱκανο­ποιοῦσε. Διψοῦ­­σε κάτι ἄλλο. Ἡ ψυχὴ διψάει τὸ Θεό. Ὅπως τὸ ψάρι δὲν ζῇ ἔξω ἀπ᾽ τὴ θάλασσα καὶ τὸ πουλὶ ἔξω ἀ­π᾽ τὸν ἀέρα, ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ μακριὰ ἀπ᾽ τὸ Θεό. Ἦρθε λοι­πὸν στὸ Χριστὸ καὶ ρωτοῦσε μὲ πόθο· –Τί νὰ κά­νω γιὰ νὰ βρῶ τὴν αἰώνιο ζωή; (Ματθ. 19,16).

Ὁ Χριστὸς τοῦ ἔδειξε ἢ μᾶλλον τοῦ ἄνοιξε τὸ δρόμο, ποὺ εἶνε ἡ τήρησι τῶν ἐντο­λῶν· «οὐ κλέψεις», «οὐ μοιχεύσεις», «οὐ φο­νεύσεις», «οὐ ψευδομαρτυρήσεις», «τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου» καὶ «ἀγαπή­σεις τὸν πλησί­ον σου ὡς σεαυτόν» (Ἔξ. 20,12-16. Δευτ. 5,16-21. Λευϊτ. 19,18. Ματθ. 19,18-19). Ὁ νέος λέει· –Αὐτὰ ἐγὼ τὰ φύλαξα ἀπὸ μικρός. Ζητάει κάτι ἀκόμα ὑ­ψηλότερο, δὲν ἱ­κανοποιεῖ­ται. Θέλει νὰ πλησι­ά­σῃ τὸ Θεὸ περισ­σότερο. Ὅ­πως ἕ­νας ποὺ ἔ­χει μιὰ ἀγάπη – ἕ­­ναν ἔρωτα ζητά­ει νὰ βρεθῇ κον­τὰ στὸ πρόσω­πο ποὺ ἀγαπάει, ἔτσι αὐτὸς ζητοῦσε νὰ πλησιάσῃ περισσότερο τὸ Θεό. Τότε ὁ Χριστὸς τοῦ λέει· –Ἂν θέ᾽ς τὴν τελειότητα, ἕνας εἶν᾽ ὁ δρόμος· «Ὕπαγε πώ­λησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς» (Ματθ. 19,21). Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ «κότσια» του δὲν βαστοῦ­σαν· δὲν εἶχε ὁ καημένος φτερὰ γιὰ παραπάνω.

Πάντως ὁ νέος αὐτὸς εἶνε συμπαθὴς καὶ ἄ­ξι­ος ἐκτιμήσεως. Ὁ Χριστὸς εἶδε ὅτι εἶχε μέσα του αἰσθήματα· ἀγαποῦσε – φο­βόταν τὸ Θεό, καὶ εἶχε τηρήσει τὶς ἐντολές του ἀπὸ μικρός· δὲν λέρωσε τὰ χέρια του μὲ κλεψιές, τὸ κορμί του μὲ μοιχεῖες καὶ πορνεῖες, τὴ γλῶσσα του μὲ ψέματα καὶ ψευδορκίες· δὲν στενοχώρησε τοὺς γονεῖς, δὲν ἀδίκησε καὶ δὲν ἐκμεταλλεύτη­κε τὸν ἀδύναμο, δὲν ἔ­βαψε τὰ χέρια του στὸ αἷ­μα.
Καὶ ἐρωτῶ τώρα.

Πῶς εἶνε σήμερα οἱ νέοι; Μοιάζουν μὲ τὸ νέο τοῦ εὐαγγελίου; Τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ; κρατοῦν τὴ γλῶσσα τους καθαρή; διατηροῦν τὸ κορμί τους ἀμόλυντο; Ὁ νέος αὐτὸς παρακαλοῦσε τὸ Χριστὸ νὰ τοῦ δείξῃ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ· καὶ σήμε­­ρα ἀ­κούγεται πάλι ἡ πρόσκλησι· Ἐλᾶτε σ᾽ ἐμένα, παι­διά μου, ἐ­λᾶ­τε στὴν Ἐκκλησία μου… Λοιπὸν οἱ νέοι μας τί κάνουν, πλησιάζουν τὸ Χριστό;

Ἂν παρατηρήσετε τὰ ἐκκλησιάσμα­τα, θὰ δῆ­­τε κυρίως γέρους καὶ γριές· οἱ νέοι μετρημένοι στὰ δά­χτυλα. Σπανίζουν σήμερα αὐτοὶ ποὺ τη­ροῦν τὶς ἐν­τολὲς καὶ θά ᾽­ταν ἄξιοι νὰ ἐπαναλά­­βουν τὴ φράσι τοῦ νέου τοῦ εὐαγγελίου «Πάν­τα ταῦ­τα ἐ­φυλαξάμην ἐκ νεότητός μου» (Ματθ. 19,20).

Οἱ σημερινοὶ νέοι διαφέρουν πολὺ ἀπὸ τὸν ἀξιοσυμ­πάθητο ἐ­κεῖνον ἄνθρωπο. Μέσ᾽ στοὺς χίλιους εἶνε ζήτημα ἂν θὰ βρῇς ἕνα νέο ἢ μιὰ νέα ποὺ ν᾽ ἀ­γα­πάῃ τὸ Θεό. Ἀκοῦ­νε καμπάνα καὶ βλα­στημᾶνε, βλέπουν παπᾶ στὸ δρόμο καὶ χειρονομοῦν αἰσχρά, σηκώνουν χέρι καὶ χτυ­πᾶνε τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα, λένε λόγια ἀκατονόμαστα. Μιλᾷς σὲ μιὰ νέα γιὰ διάφορα κοσμικὰ πράγματα καὶ σ᾽ ἀκούει μὲ τὸ στόμα ἀ­νοιχτό· ἂν τῆς μιλήσῃς γιὰ τὸ Θεό, χασμουριέ­ται. Τί συμβαίνει λοιπόν, τί ἔ­γινε; τί ἔπαθαν οἱ νέοι μας; τί φταίει καὶ ἄλλαξαν τόσο;

Τοὺς ἔφαγε μιὰ ἁμαρτία. Τὴν τρῶνε ὄχι μὲ τὸ κουταλάκι ἀλ­λὰ μὲ τὴν κουτάλα. Ποιά εἶνε; Τὴ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα (βλ. ἔ.ἀ. 19,18), ἂν ὅμως ἀ­κουστῇ στὸ κή­ρυγμα, θὰ ποῦν· Τί ­κήρυκας εἶν᾽ αὐτός; αἰσχρὰ πρά­γματα εἶπε σήμερα… Μὰ τὰ εἶπε ὁ Κύριος· δὲν θὰ γίνω ἐγὼ πιὸ εὐγε­νὴς ἀπὸ τὸ Χριστό, ποὺ λέ­ει «τὰ σῦκα σῦ­κα καὶ τὴ σκάφη σκάφη», τὴ νύχτα νύχτα καὶ τὴν ἡμέρα ἡμέρα; Ποιά εἶνε ἡ ἁμαρτία αὐτή;

Αποτέλεσμα εικόνας για δαιμων πορνειαςΟἱ «πολιτισμένοι» καὶ «μορφωμένοι» τοῦ αἰ­ῶ­νος μας δὲν τὴ λένε μὲ τ᾽ ὄνομά της· βρῆ­καν μιὰ ἄλλη λέξι, ξενική· «σέξ» (sex)! αὐτὴν πι­πιλί­ζουν σὰν καραμέλλα. Μὲ τὴ μοντέρνα αὐτὴ λέ­­ξι ἐπιδιώκουν νὰ ἐξωραΐσουν τὴ φοβερὴ ἁ­μαρ­­τία τῆς σαρκικῆς ἀκολασίας, γιὰ νὰ καθησυ­χάζουν τὴ συνείδησί τους καὶ νὰ μὴν αἰσθάνων­ται τύψεις. Τὴν ἀκολασία ὁ διάβο­λος τὴ «βάφτισε» μὲ νέο ὄνομα. Τὸ σὲξ ἔγινε εἴδωλο. Ἡ μοιχαλίδα σήμερα λέγεται «φιλενάδα» κι ὁ ἄ­τιμος ἄντρας λέγεται ὄχι μοιχὸς ἀλλὰ «φίλος». «Φίλος», «φιλενάδα», «σέξ»!… ὄμορφα λόγια. Καὶ μόνο ὁ ἱεροκήρυκας ἂν τὰ πῇ μὲ τ᾽ ὄνομά τους, τότε αὐτὸς εἶνε αἰσχρός.

Ἀκοῦς δεσποινίδες ἢ καὶ γριὲς μὲ ἄσπρα μαλλιά, μικροὺς καὶ μεγάλους στὰ σαλόνια νὰ μιλοῦν γιὰ τὸ σέξ· βλέπεις στὶς ἐφημερίδες μεγάλοι πορνογράφοι νὰ γράφουν γιὰ σέξ· στὰ σχολεῖα καὶ στὰ πανεπιστήμια γίνεται λόγος γιὰ σεξουαλισμό· ἔ­γινε μάλιστα πρότασις, ἀντὶ γιὰ τὰ θρησκευτικὰ νὰ εἰσ­αχθῇ μάθημα σεξου­αλικῆς ἀ­γωγῆς καὶ στὰ μικρὰ παιδιά!

Φτάσαμε σὲ χρόνια σατανικά. Καὶ ἡ λέξι «σὲξ» δὲν εἶνε τίποτ᾽ ἄλλο παρὰ ἕ­να «χρυσόχαρτο», μὲ τὸ ὁ­ποῖο ὁ διάβολος τυλίγει τὸ χάπι ποὺ περιέχει τὸ φαρμάκι· ἀλλὰ τὸ φαρμάκι, εἴτε τὸ χρυσώσῃς εἴτε τὸ πῇς σιρόπι, φαρμάκι εἶνε. Αὐτὴ ἡ τακτικὴ τοῦ εὐφημισμοῦ παρι­στάνει ὡς ἀκίνδυνο τὸ κακὸ καὶ τὴν ἁμαρτία, καὶ ἔτσι ἐξαπατᾷ τοὺς πολλούς.

Ἡ πραγματικότητα εἶ­νε ὅτι τὸ κακὸ αὐτό, τὸ σέξ, ἔχει διαλύσει τοὺς νέους. Κύριο ἐκ­παιδευτήριο στὴν ἀκολασία εἶνε οἱ ἄθλιες ται­νίες στὴν ὀθόνη (κινηματογράφο – τηλεόρασι). Εἶνε σχολεῖο ἀκολασίας καὶ ἐγκλή­ματος. Ἀπὸ τὶς ἑ­κατὸ ταινίες οἱ ἐνενην­ταενιὰ μιλᾶνε γιὰ σὲξ καὶ ἐγκλήματα. Ὅποιος βλέπει τὰ γκα­γκ­στερι­­κὰ καὶ σεξουαλικά, ἀλλοιώνεται. Ἀπὸ ᾽κεῖ κυρί­ως προέρ­χεται ἡ διαφθορὰ τῆς νεολαίας.

Στὴν Ἀμερικὴ εἶνε τὸ Χόλλυγουντ, ὅ­που πα­ράγονται οἱ ταινίες αὐτές. Ἔγραψαν οἱ ἐ­φημερί­δες ὅτι συνέλαβαν κάποιον φοιτητή, ὁ ὁποῖ­ος ἀνέβηκε σ᾽ ἕνα πύργο, πυροβόλη­σε καὶ σκότω­σε δεκαπέντε ἀνθρώπους. Ὅταν τὸν ἀνέκρι­ναν τί εἶδαν, ἀπὸ ποῦ πῆρε τὸ μάθη­μα; Ἀπ᾽ τὴν ὀ­θόνη· εἶδε μιὰ ταινία, καὶ μετὰ ὅ,τι εἶδε τό ᾽κανε πρᾶξι. Ἔτσι βγαί­νουν κακοποιοὶ μὲ δίπλωμα.

Ἄλλοτε τὰ παιδιά, ἀγόρια καὶ κορίτσια, μεγάλωναν, ἔφταναν μέχρι εἴκοσι ἐτῶν, καὶ δὲν εἶχαν ἰδέα ἀπὸ αὐτὰ τὰ αἰσχρὰ καὶ ἀκατονόμαστα· τώρα ἀπ᾽ τὸ μαστὸ τῆς μάνας τους μα­θαίνουν τὴν ἀτιμία. Ὅπως τὸ παπὶ μόλις γεννη­θῇ πέφτει μέσ᾽ στὴ λίμνη, ἔτσι τὰ παιδιὰ ἀ­πὸ βρέφη μολύνονται στὴν ἀτιμία.

Ὅποιος πέσῃ στὸ σέξ, κλάψτε τον. Μάνα – πατέρα, προτιμότερο ἡ κόρη ἢ ὁ γυιός σου νὰ πέσῃ σ᾽ ἕνα λάκκο μὲ ἀσβέστη παρὰ στὸ σέξ. Ὅσοι παγιδεύονται στὸ σὲξ εἶνε ἀξιοθρήνητοι, γιατὶ θὰ γίνουν τεμπέληδες, αὐθάδεις, προπετεῖς, ψεῦτες, κλέφτες, χαρτοπαῖκτες, ἐγκλη­ματίες· καὶ τὴ μάνα τους θὰ προδώσουν, καὶ τὸν πατέρα, καὶ τὴν πατρίδα τους, τὰ πάντα. «Ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται» (Ψαλμ. 41,8). Ὅπως ὅταν ἀφήσῃς μιὰ σφαῖρα – μιὰ μπάλλα ἀπὸ ἕ­να ὕψωμα, αὐτὴ κατρακυλάει ὥσπου νὰ φτά­σῃ στὸ χαμηλότερο σημεῖο, ἔτσι καὶ ὅποιος πα­γιδεύεται στὴν ἀκολασία, κυλάει ὣς τὸν πάτο τῆς κολάσεως. Τὸ σὲξ εἶνε καταστροφή.

* * *

Τί πρέπει νὰ γίνῃ, ἀγαπητοί μου; Ἐμένα ρωτᾶτε; Ἐσεῖς ἔ­χετε παιδιά. Πᾶνε τὰ νιᾶτα, πάει ἡ νεολαία μας, σάπισε κυριολεκτικῶς. Ἐκπαιδευτικοὶ καὶ γονεῖς, ἐνῷ γιὰ ἄλλα ζητήματα φροντίζουν, δυσ­τυχῶς ἀδιαφοροῦν γιὰ τὰ κακὰ ποὺ μαστίζουν τὴν ἠθικὴ ζωὴ τῆς νεολαίας. Πολλὰ πράγματα ἔπρεπε νὰ γίνουν.

Ποῦ εἶνε οἱ δασκάλοι καὶ οἱ καθηγηταί; Κάνουν ἀπεργία γιατὶ τὸ κράτος δὲν τοὺς πληρώ­­νει ὅπως τοὺς ἀξίζει. Πολὺ καλά. Γιὰ τὸ μισθό τους κάνουν ἀπεργία, ἀλλὰ γιὰ τὰ παιδιά, ποὺ σαπί­ζουν, δὲν σκέφτηκαν ποτὲ νὰ κάνουν κάτι καὶ νὰ ποῦν στὴν κυβέρνησι· Ἢ θὰ κλείσετε σεῖς τὰ σχολεῖα τοῦ ἐγκλήματος, ἢ κλείνουμε ἐμεῖς τὰ δικά μας σχολεῖα!

Καὶ οἱ γονεῖς; Ἔπρεπε νὰ ὑψώσουν μαῦρες σημαῖες, νὰ κάνουν σταυροφορία, νὰ ἀπαιτήσουν ἀπὸ τὸ κράτος νὰ κλείσῃ τὰ κέντρα τῆς δι­αφθορᾶς καὶ ν᾽ ἀπαγορεύσῃ τὴν κυκλοφορία φθοροποιῶν ἐντύπων, προτοῦ νὰ ἔρθῃ ἡ καταστροφή, προ­τοῦ νὰ τοὺς φέρουν καμμιὰ μέρα στὸ σεντόνι τὸ γυιὸ ἢ τὴν κόρη τους… Δὲν τὸ κάνουν δυστυχῶς, δὲν συγκινοῦνται· οὔ­τε κινοῦν­ται νὰ ἐξαλείψουν κάθε τὶ ποὺ ἐμ­ποδίζει τὴν σώφρονα ζωή, ὅπως εἶνε π.χ. ὁ ὀθνεῖος θεσμὸς τῆς προίκας, ποὺ ματαιώνει τὸ γάμο τῶν νέων.

Ἂν δὲν γίνουν αὐτά, ἡ πατρίδα χάθηκε. Ἂς ξυπνήσουν οἱ παπᾶδες, οἱ δεσποτάδες, οἱ ἐκ­παιδευτικοί, ὁ τόπος ὅλος, ἂς σηκωθοῦν καὶ οἱ πέτρες καὶ τὰ μνήματα, ἂν θέλουμε νὰ σωθοῦν τὰ παιδιά μας, ἡ νέα γενεά.

Ὁ δὲ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς διὰ πρεσβει­ῶν τῶν ἁγίων εἴθε νὰ μᾶς σώσῃ· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος



Απολλώ Μοναχός 
Ιερά Μονή Δοχειαρίου 
63087 Δάφνη Αγίου Όρους 
τηλ.  6944567223 

φαξ. 2377023271