"ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις."
Ευαγγέλιο-Απόστολος, σχολιασμός
Εὐαγγέλιον: Ματθ. ιε΄ 21-28
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐξῆλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου ᾿Ισραήλ. ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. τότε ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.
«Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις!»
Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα εἴδαμε μιὰ πονεμένη μητέρα νὰ ζητᾶ ἐπίμονα ἀπὸ τὸν Κύριο τὴ θεραπεία τῆς δαιμονισμένης κόρης της. Ὁ Κύριος τὴ θεράπευσε ὄχι ἀμέσως, ἀλλὰ ἀφοῦ δοκίμασε τὴν πίστη τῆς μητέρας. Ἡ δυνατὴ πίστη τῆς Χαναναίας μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ δοῦμε σήμερα τί εἶναι ἡ πίστη καὶ πῶς μποροῦμε νὰ τὴν ἀποκτήσουμε.
1. Τί εἶναι «πίστη»
Πιστεύω δὲν σημαίνει ἁπλῶς δέχομαι ὅτι ὑπάρχει Θεός· διότι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ παραδέχονται ὅτι ὑπάρχει Θεός, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἐπηρεάζει τὴ ζωή τους. Ζοῦν μέσα στὴν ἁμαρτία. Ἡ πίστη τους εἶναι νεκρὴ γνώση. Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουν ὅτι ὑπάρχει Θεός, σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, καὶ τρέμουν μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο Του (βλ. Ἰακ. β´ 19), ἀλλὰ δὲν μετανοοῦν.
Τότε τί εἶναι «πίστη»; Εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη. Πιστεύω ἀληθινὰ στὸ Θεὸ σημαίνει: Τὸν ἐμπιστεύομαι μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά. Σὲ τί Τὸν ἐμπιστεύομαι; Δείχνω πίστη στὸ λόγο Του, στὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν Ἱερὰ Παράδοση. Ἀποδέχομαι τὰ Ὀρθόδοξα δόγματα. Δέχομαι ὁλόψυχα τὶς ἐντολές Του καὶ ἀγωνίζομαι νὰ τὶς ἐφαρμόσω, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι ἂν τὶς ἐφαρμόσω, θὰ γίνω εὐτυχισμένος. Ἀναγνωρίζω δηλαδὴ τὸν Θεὸ ὡς Κύριό μου, ἀλάνθαστο καθοδηγό μου, στὸν Ὁποῖο ὀφείλω τέλεια ὑπακοή.
Σημαίνει ἀκόμη: Ἔχω ἐμπιστοσύνη στὴν πρόνοιά Του. Πιστεύω ὅτι ἀγαπάει ὅλα τὰ δημιουργήματά Του καὶ φροντίζει γι᾿ αὐτά. Φροντίζει μὲ τὴν ἄπειρη ἀγάπη Του· μὲ τὴν πανσοφία Του, καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν κάνει ποτὲ λάθος· μὲ τὴν παντοδυναμία Του, καὶ γι᾿ αὐτὸ μπορεῖ τὰ πάντα. Φροντίζει καὶ γιὰ μένα. Μοῦ δίνει ὅ,τι ἔχω ἀνάγκη. Δὲν θὰ μοῦ στερήσει τίποτε. Δὲν θὰ μὲ ἐγκαταλείψει ποτέ. Δὲν θὰ ἐπιτρέψει νὰ δοκιμάσω πειρασμὸ μεγαλύτερο ἀπὸ τὶς δυνάμεις μου· τὶς θλίψεις ποὺ μοῦ συμβαίνουν, τὶς ἐπιτρέπει γιὰ τὸν ἐξαγιασμό μου. Εἶναι ὁ Πατέρας μου.
2. Πῶς θὰ ἀποκτήσουμε πίστη
Ἡ πίστη εἶναι δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Νὰ τὴ ζητοῦμε στὴν προσευχή μας. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι εἶπαν κάποτε στὸν Κύριο: «Πρόσθες ἡμῖν πίστιν» (Λουκ. ιζ´ [17] 5). Κύριε, πρόσθεσέ μας πίστη. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ποὺ τὰ ἄφησαν ὅλα γιὰ τὸν Χριστό, αἰσθάνονταν ἐλλιπὴ τὴν πίστη τους – πόσο μᾶλλον ἐμεῖς; Νὰ ζητοῦμε λοιπὸν ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ αὐξάνει καὶ νὰ στερεώνει τὴν πίστη μας.
Ἐπίσης νὰ καλλιεργοῦμε σκέψεις πίστεως. Π.χ. ἀνοίγουμε τὴν Καινὴ Διαθήκη γιὰ νὰ μελετήσουμε. Νὰ σκεφτόμαστε: «Τώρα θ᾿ ἀκούσω τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ὅλα ἀλήθεια. Νὰ τὰ κλείσω μέσα στὴν καρδιά μου». Πηγαίνουμε στὴ θεία Λειτουργία· ἂς λέμε: «Τώρα πάω νὰ παρουσιασθῶ μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ Τὸν λατρεύσω».
Ἐπιπλέον ἂς μελετοῦμε τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς μας. Ὑπῆρξαν περιστάσεις κατὰ τὶς ὁποῖες ὁλοφάνερα ὁ Θεὸς μᾶς προστάτευσε ἀπὸ κινδύνους, ἀπάντησε μὲ τρόπο φανερὸ στὶς προσευχές μας, ἔδωσε λύση στὰ προβλήματά μας. Ὅταν θυμόμαστε τὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, ἐνισχυόμαστε στὴν πίστη.
Τέλος, θὰ ἀποκτοῦμε πίστη, ὅταν ἐφαρμόζουμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ· ἐνῶ ἀντίθετα, ἡ πίστη μας κλονίζεται, ὅταν ἐπιμένουμε στὴν ἁμαρτία. Ὅσο ἐφαρμόζουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τόσο καθαρίζεται ἡ καρδιά μας ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ὅσο πιὸ καθαρὴ καρδιὰ ἔχουμε, τόσο πιὸ πολὺ αἰσθανόμαστε τὸν Θεὸ στὴ ζωή μας, τὴν παρουσία Του, τὴν ἀγάπη Του. Διότι εἶπε ὁ Κύριος: «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. ε´ 8).
Ἡ Χαναναία τῆς σημερινῆς περικοπῆς μᾶς δίνει μάθημα πίστεως. Τί ἦταν αὐτὴ ἡ γυναίκα; Εἰδωλολάτρισσα, ἀβάπτιστη καὶ ἀφώτιστη. Καὶ ὅμως εἶχε δυνατὴ πίστη, χάρη στὴν ὁποία ὁ Κύριος ἱκανοποίησε τὸ αἴτημά της. Ἐμεῖς τί εἴμαστε; Εἴμαστε Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ζοῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία Του καὶ ἀπολαμβάνουμε τόσες εὐεργεσίες. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχουμε ἄτονη πίστη. Ἂς δώσουμε ἐπιτέλους ὅλη μας τὴν ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό. Ἂς προσευχόμαστε μὲ πίστη, ἂς Τὸν λατρεύουμε μὲ πίστη. Ἂς ζοῦμε μὲ ἀκλόνητη πίστη στὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μιὰ τέτοια πίστη ἑλκύει τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ θαυματουργεῖ.
Ἀπόστολος: Β΄ Κορ. ς΄ 16 - ζ΄ 1
Ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐστε ναὸς Θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ. Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.
«Ὑμεῖς ἐστε ναὸς Θεοῦ ζῶντος»
Ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ ἱεροὶ ναοὶ γύρω μας. Εἰδικὰ στὴν ὀρθόδοξη Ἑλλάδα μας δὲν ὑπάρχει χωριὸ καὶ συνοικία χωρὶς τὸ δικό τους ναό. Μεγαλόπρεπα οἰκοδομήματα ἢ ταπεινὰ ἐξωκκλήσια, γίνονται τὸ καθένα τόπος ἅγιος καὶ ἱερός, ἀφιερωμένος στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὸ θέλει ἡ πίστη κι ἡ εὐλάβεια τῶν ἀνθρώπων.
Ὡστόσο τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς παρουσιάζει κάποιους ἄλλους ναούς. Ποιοὶ εἶναι αὐτοί; –Ἐσεῖς! μᾶς ἀπαντᾶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. «Ὑμεῖς ἐστε ναὸς Θεοῦ ζῶντος». Ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς πιστοὺς χριστιανοὺς εἶναι ἔμψυχος ναὸς στὸν ὁποῖο κατοικεῖ καὶ ἀναπαύεται ὁ ἅγιος Θεός.
Πρόκειται γιὰ μία ἐκπληκτικὴ τιμὴ ποὺ κάνει ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο. Ἀξίζει λοιπὸν σήμερα νὰ δοῦμε πῶς ἐξηγεῖται τὸ ὅτι εἴμαστε ναοὶ τοῦ Θεοῦ καὶ ποιὸ εἶναι τὸ χρέος μας ἀπέναντι σ’ αὐτὴν τὴν πραγματικότητα.
Ὡστόσο τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς παρουσιάζει κάποιους ἄλλους ναούς. Ποιοὶ εἶναι αὐτοί; –Ἐσεῖς! μᾶς ἀπαντᾶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. «Ὑμεῖς ἐστε ναὸς Θεοῦ ζῶντος». Ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς πιστοὺς χριστιανοὺς εἶναι ἔμψυχος ναὸς στὸν ὁποῖο κατοικεῖ καὶ ἀναπαύεται ὁ ἅγιος Θεός.
Πρόκειται γιὰ μία ἐκπληκτικὴ τιμὴ ποὺ κάνει ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο. Ἀξίζει λοιπὸν σήμερα νὰ δοῦμε πῶς ἐξηγεῖται τὸ ὅτι εἴμαστε ναοὶ τοῦ Θεοῦ καὶ ποιὸ εἶναι τὸ χρέος μας ἀπέναντι σ’ αὐτὴν τὴν πραγματικότητα.
1. Εἴμαστε ναοὶ τοῦ Θεοῦ
Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς δημιουργίας του ὁ ἄνθρωπος φέρει ἀποτυπωμένη μέσα του τὴ θεϊκὴ σφραγίδα. Ἔτσι τὸν ἔπλασε ὁ Θεός: «κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσίν» του. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἁμαρτία ἀμαύρωσε τὴ θεϊκὴ εἰκόνα ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἔκρυβε μέσα του, ἦλθε στὴ γῆ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ σαρκώθηκε, γιὰ νὰ ἀποκαταστήσει καὶ νὰ ἁγιάσει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ τὴν καταστήσει πάλι ἄξιο κατοικητήριο τῆς θεότητος.
Καὶ πράγματι! Στὸ ἑξῆς ὅποιος πιστεύει καὶ βαπτίζεται στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ζεῖ μιὰ ριζικὴ ἀνακαίνιση καὶ ἀποκτᾶ μιὰ ἐντελῶς νέα σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Τὸ γράφει σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ ἅγιος Ἀπόστολος: «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. γ΄ 27), δηλαδή, ὅσοι βαπτισθήκατε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ πιστεύοντας σ’ Αὐτὸν ὡς Σωτήρα, ντυθήκατε τὸν Χριστὸ καὶ ἑνωθήκατε μαζί του. Τί θαῦμα στ’ ἀλήθεια! Ὁ Θεὸς ἑνώνεται μὲ τὸ πλάσμα του!
Τὸ ἀσύλληπτο αὐτὸ θαῦμα γίνεται πλέον ἁπτὴ πραγματικότητα γιὰ τὸν πιστὸ χριστιανὸ ὅταν βαπτίζεται καὶ κάθε φορὰ ποὺ μεταλαμβάνει τὸ Πανάγιο Σῶμα καὶ τὸ Τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου. Τότε ἔχει πράγματι τὸν Χριστὸ «κατοικοῦντα καὶ μένοντα, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι» (Α΄ Εὐχὴ Θείας Μεταλήψεως). Ἔρχεται δηλαδὴ καὶ κατοικεῖ στὴν ψυχή του ὁ ἄπειρος καὶ ἀκατάληπτος Θεός, Αὐτὸς ποὺ δὲν Τὸν χωρεῖ ὁλόκληρο τὸ σύμπαν!
Δὲν εἶναι λόγια συμβολικὰ αὐτά. Εἶναι μία πραγματικότητα τὴν ὁποία μᾶς ἀποκάλυψε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὅταν εἶπε στοὺς μαθητές του: «ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ἰω. ιδ΄ 23). Δηλαδὴ ἐὰν κάποιος μὲ ἀγαπᾶ, θὰ φυλάξει τὸν λόγο μου, καὶ ὁ Πατήρ μου θὰ τὸν ἀγαπήσει, καὶ θὰ ἔλθουμε σ’ αὐτὸν ἐγὼ καὶ ὁ Πατέρας μου καὶ θὰ κατοικήσουμε μόνιμα μέσα του μεταβάλλοντας τὴν καρδιά του σὲ ἔμψυχο καὶ ζωντανὸ ναό μας. Νά λοιπὸν ἡ ἀσύγκριτη τιμὴ καὶ δόξα ποὺ μᾶς χαρίζει ὁ ἅγιος Θεός: μᾶς κάνει ναοὺς δικούς του!
2. Τὸ χρέος μας
Εἴμαστε λοιπὸν ναοὶ τοῦ Θεοῦ! Ἄραγε ὅμως περιποιούμαστε τοὺς ἔμψυχους ναούς μας; Ἐδῶ ἀκριβῶς εἶναι τὸ χρέος μας. Ὅπως πονοῦμε καὶ ἀντιδροῦμε ὅταν βλέπουμε νὰ βεβηλώνεται ἢ νὰ καταστρέφεται ἕνας ἱερὸς ναός, πολὺ περισσότερο νὰ θλιβόμαστε ὅταν βλέπουμε νὰ μολύνονται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία οἱ ἔμψυχοι ναοί μας. Διότι κάθε ἁμαρτία ποὺ μολύνει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή μας, στὴν πραγματικότητα ἀποτελεῖ βεβήλωση τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ.
Μὲ θλίψη καὶ αὐστηρότητα ὁ ἀπόστολος Παῦλος προειδοποιεῖ τοὺς χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου, ὅπου εἶχαν παρουσιαστεῖ διχοστασίες καὶ σοβαρὲς ἠθικὲς παρεκτροπές: «Εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν» (Α΄ Κορ. γ΄ 16-17). Ἂν κανεὶς καταστρέφει τὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸν καταστρέψει αὐτὸν ὁ Θεός. Καὶ θὰ τὸν καταστρέψει, διότι ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἅγιος. Εἶναι ἀφιερωμένος στὸ Θεὸ καὶ εἶναι δικό του κτῆμα. Εἶναι ἱερὸς καὶ ἀπαραβίαστος.
Ἔχουμε λοιπὸν χρέος ἱερὸ νὰ διατηροῦμε τὴν καρδιά μας καθαρὴ «ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος». Κι ἂν κάποτε κάτι τὴν μολύνει, ἂς σπεύδουμε στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Ἐκεῖ ἐξαλείφονται οἱ ἁμαρτίες μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κι ἔτσι ὁ ἔμψυχος ναός μας γίνεται καὶ πάλι ὁλόλαμπρος καὶ καθαρός, ὅπως τότε ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος!
Μὲ θλίψη καὶ αὐστηρότητα ὁ ἀπόστολος Παῦλος προειδοποιεῖ τοὺς χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου, ὅπου εἶχαν παρουσιαστεῖ διχοστασίες καὶ σοβαρὲς ἠθικὲς παρεκτροπές: «Εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν» (Α΄ Κορ. γ΄ 16-17). Ἂν κανεὶς καταστρέφει τὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸν καταστρέψει αὐτὸν ὁ Θεός. Καὶ θὰ τὸν καταστρέψει, διότι ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἅγιος. Εἶναι ἀφιερωμένος στὸ Θεὸ καὶ εἶναι δικό του κτῆμα. Εἶναι ἱερὸς καὶ ἀπαραβίαστος.
Ἔχουμε λοιπὸν χρέος ἱερὸ νὰ διατηροῦμε τὴν καρδιά μας καθαρὴ «ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος». Κι ἂν κάποτε κάτι τὴν μολύνει, ἂς σπεύδουμε στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Ἐκεῖ ἐξαλείφονται οἱ ἁμαρτίες μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κι ἔτσι ὁ ἔμψυχος ναός μας γίνεται καὶ πάλι ὁλόλαμπρος καὶ καθαρός, ὅπως τότε ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος!
❁ ❁ ❁
Ὁπωσδήποτε θαυμάζουμε τοὺς περικαλλεῖς ναοὺς καὶ ἐντυπωσιαζόμαστε ἀπὸ τὴν τέχνη καὶ τὴν ἱστορία τους, τὴ λαμπρότητα καὶ τὴ μεγαλοπρέπειά τους. Ὡστόσο στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει ἕνας ἄλλος ναὸς ἀσυγκρίτως ὡραιότερος καὶ λαμπρότερος: εἶναι κάθε ἄνθρωπος ποὺ διατηρεῖ τὴν καρδιά του ἁγνὴ καὶ καθαρὴ καὶ τὴ στολίζει μὲ ἀρετές, ὅπως ἡ πραότητα καὶ ἡ ὑπομονή, ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη. Μακάρι κι ἐμεῖς ν’ ἀποκτήσουμε τέτοια καρδιά: ἁγνὴ καὶ καθαρή, στολισμένη μὲ ἅγιες ἀρετές‧ καρδιὰ ποὺ θὰ εἶναι ἄξιο κατοικητήριο τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ!