Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Άγιος Αιμιλιανός ο Ομολογητής, επίσκοπος Κυζίκου (+8 Αυγούστου)

Βιογραφία - υμνολογία
Ψυχὴς πολὺν θεὶς Αἰμιλιανὸς λόγον,

Τῆς σαρκος ἠλόγησεν ἄχρι καὶ τέλους.
Ὀγδόῃ Αἰμιλιανοῦ ὀστέα δέξατ' ἄρουρα.


Ο Απόστολος Παύλος θέλοντας να τονίσει τη μεγάλη σημασία της ομολογίας της πίστης μας προς το Χριστό, είπε: «Ἔχοντες οὒν ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας». Αφού, δηλαδή, έχουμε μεγάλο Αρχιερέα, που έχει πλέον περάσει από τους ουρανούς και μπήκε στην αιώνια κατάπαυση, όπου μας περιμένει, που δεν είναι απλός άνθρωπος, αλλά είναι ο Υιός του Θεού, ας κρατάμε καλά την ομολογία της πίστης μας προς Αυτόν, τον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό. Ένα τέτοιο παράδειγμα ομολογίας ήταν και ο Άγιος Αιμιλιανός, που έζησε μεταξύ 8ου και του 9ου αιώνα μ.Χ.
«Ο άγιος αυτός για τις άγιες και τίμιες εικόνες, υπέμεινε πολλά μαρτύρια και πικρές εξορίες από τον θηριώνυμο και ασεβή Λέοντα, και έτσι έλαβε το στεφάνι της ομολογίας και εκοιμήθη εν Κυρίω».

Δύο κυρίως σημεία θίγει η ακολουθία της ημέρας από τη ζωή του αγίου Αιμιλιανού. 
Πρώτον: τον αγώνα του υπέρ της ορθοδόξου πίστεως, όταν αναφάνηκε η αίρεση της εικονομαχίας, 
Δεύτερον: τον αγώνα του για την πνευματική ζωή, προκειμένου να παραμένει συνδεδεμένος με τον Κύριο Ιησού Χριστό και να νιώθει στην ύπαρξή του τη δύναμη της ζωντανής παρουσίας Του. 

Και τα δύο αυτά σημεία είναι βεβαίως άρρηκτα ενωμένα μεταξύ τους, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να έχει ορθή και εις βάθος γνώση της χριστιανικής πίστεως, ώστε να διακρίνει, σ’ εποχή μάλιστα που μόλις είχε διατυπωθεί πλήρως αυτή, την πλάνη από την αλήθεια, παρά μόνον εκείνος που αγωνίζεται την οδό του Κυρίου, ως γνήσιος ακόλουθος Εκείνου. Με άλλα λόγια, σε άνθρωπο που δεν ζει ορθά την πνευματική ζωή -  «το ακολουθείν τω Χριστώ» - και η όποια γνώση της πίστεως που μπορεί να έχει, θεωρείται επισφαλής, πολύ γρήγορα μάλιστα θα ξεθωριάσει από τη μνήμη του, ως κάτι το περιττό. Μη ξεχνάμε ότι και ο διάβολος, ο οποίος ήταν πρώτα άγγελος, μετά την πτώση του από τη σχέση που είχε με τον Θεό, λησμόνησε οτιδήποτε τον συνέδεε με Εκείνον, «σβήστηκε» από αυτόν η ένθεη ζωή του και του έμεινε μόνον μία «ψιλή», απογυμνωμένη πίστη, ως κάτι το θεωρητικό.

Ο άγιος Αιμιλιανός λοιπόν υπήρξε υπέρμαχος της ορθοδόξου πίστεως, με τον αγώνα του υπέρ των αγίων εικόνων. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός βεβαίως ήταν ο φωτισμένος από τον Θεό Πατέρας και Διδάσκαλος, που έδειξε με μεγάλη δύναμη και ενάργεια ότι η εικονομαχία αποτελεί χριστολογική αίρεση, δηλαδή, στην ουσία της, αρνείται την πραγματικότητα της ενανθρώπησης του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού – διδασκαλία που έγινε αποδεκτή εν Πνεύματι αγίω από τη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (787 μ.Χ.) και διατρανώθηκε επί Θεοδώρας της Αυγούστης με την Κυριακή της Ορθοδοξίας (843 μ.Χ.) – αλλά και ο άγιος Αιμιλιανός, ως επίσκοπος και ποιμένας, με αλάνθαστο κριτήριο, αγωνίστηκε και αυτός για την αλήθεια, για την οποία και υπέστη μαρτύρια και εξορίες, γενόμενος ομολογητής. Κεντρικό σημείο μάλιστα της διδασκαλίας του εν προκειμένω ήταν αυτό που και ο Μέγας Βασίλειος, πολύ πιο παλιά, είχε διακηρύξει: «η τιμή της εικόνος επί το πρωτότυπον διαβαίνει», κάτι που το επισημαίνουν και οι ύμνοι της ακολουθίας του, όπως για παράδειγμα το τροπάριο της ζ΄ ωδής του κανόνα του όρθρου: «πάσι γαρ εκήρυξας την των εικόνων προσκύνησιν, σαφώς ειδώς διαβαίνειν, αυτήν προς το πρωτότυπον». Σε όλους κήρυξες την προσκύνηση των εικόνων, γιατί ήξερες με σαφήνεια ότι αυτή διαβαίνει προς το πρωτότυπο.

Είπαμε όμως ότι η ορθόδοξη πίστη του στον Χριστό και στην Εκκλησία ήταν αποτέλεσμα – και προϋπόθεση από την άλλη – της έντονης πνευματικής ζωής που ζούσε. Όλη η άσκησή του ήταν προσανατολισμένη στην εφαρμογή των εντολών του Χριστού, δείγμα της μεγάλης αγάπης του γι’  Αυτόν – «εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει» είπε ο Ίδιος – γι’  αυτό και εμπειρικά έμαθε ότι η πνευματική ζωή έχει θετικό και όχι αρνητικό χαρακτήρα. Θέλουμε να πούμε ότι εκείνος – σαν τον άγιο Αιμιλιανό – που με σοβαρότητα θέλει να είναι πιστός, βλέπει ότι η ζωή του κινείται πάνω στον κανόνα του αποστόλου Παύλου «νίκα εν τω αγαθώ το κακόν». Το κακό δηλαδή, η αμαρτία, δεν νικιέται με άλλον τρόπο, παρά μόνον αν ο πιστός προσανατολίσει  τη σκέψη του, τις επιθυμίες του, τα συναισθήματά του στο πρόσωπο του Κυρίου και στην αγάπη που Εκείνος εκπέμπει. Κι αυτό ασφαλώς με τη χάρη του Θεού μέσα στην Εκκλησία. Τότε συμβαίνει αυτό που και οι σύγχρονοι άγιοι Γέροντες, σαν τον Πορφύριο και τον Παΐσιο, έλεγαν και τόνιζαν: το σκοτάδι φεύγει, μόλις κανείς ανάψει το φως. Η αμαρτία δηλαδή, η πλάνη, το κακό, αμέσως υποχωρούν, εκεί που θα εμφανιστεί η αγάπη, η ορθή πίστη, η αρετή του Θεού. Την αλήθεια αυτή, που συνιστά και το μυστικό, θα έλεγε κανείς, της πνευματικής ζωής, τη ζούσε λοιπόν και την κήρυσσε και ο άγιος Αιμιλιανός, όπως μας το λέει με βέβαιο και οριστικό λόγο και ο υμνογράφος: «Τον της αιρέσεως πιών, εις κόρον ο παμπόνηρος, διδακτικώ σου λόγω διήλεγκται. Φωτί γαρ σκότος εξαφανίζεται». Μέχρι κορεσμού ήπιε το ποτήρι της αιρέσεως ο παμπόνηρος (αιρεσιάρχης Λέων) και ελέγχθηκε από τον διδακτικό σου λόγο. Διότι το σκοτάδι εξαφανίζεται με το φως. Ταις αυτού πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.

***ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ***
Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς τοῦ Λόγου εἰκόνος διαγράψας τὴν ἔλλαμψιν, Αἰμιλιανὲ Ἱεράρχα διὰ βίου ὀρθότητας, τὴν ἔνσωμον Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἐδίδαξας τιμάσθαι εὐσεβῶς, διὰ τοῦτο ὡς ποιμένα καὶ ἀθλητήν, τιμῶμεν σε κραυγάζοντες, δόξα τῷ παρασχόντι σοι Ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δωρουμένῳ διὰ σοῦ, πάσι τὴν ἄφεσιν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Μαρτύρων ὁμότροπος, Ἱεραρχῶν καλλονή, ὁσίων ἀγλάϊσμα, Ὀρθοδοξίας φωστήρ, Αἰμιλανὲ πανσεβάσμιε· ἤλεγξας τοῦ τυράννου, τὴν ἀντίθεον πλάνην, ἄνωθεν ἠξιώθης, τῶν στεφάνων τῆς νίκης, καὶ πρεσβεύεις ἀπαύστως ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμών.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν Κυζίκῳ Ἅγιε, ἱερουργὸς ἀνεδείχθης, τοῦ Χριστοῦ τὸ ποίμνιον, ἐν εὐσεβείᾳ ἐκθρέψας· τοῦτο γοῦν διαφυλάττων ἐκ τῶν κινδύνων, φρούρει τε καὶ σκέπε πάντας τοὺς ἀνυμνοῦντας, εὐσεβῶς καὶ Ὀρθοδόξως, Τριάδα μίαν, δημιουργὸν τοῦ παντός.

Κάθισμα
Ἦχος γ' Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι πεφωτισμένος, ἀνεκήρυξας ἐν παρρησίᾳ, ὀρθοδοξίας παμμάκαρ τὰ δόγματα, καὶ βασιλέα κατῄσχυνας ἄνομον, ὑπερορίαις ἀδίκως στελλόμενος, Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ὁ Οἶκος
Τὸ τῆς ἀσεβείας μένος κατ’ εἰκόνων καθορῶν Αἰμιλιανὸς ὁ θαυμάσιος, τῷ θείῳ ἀμφιέννυται ζήλῳ, καὶ ὡς ἄλλος Μωϋσῆς Φαραὼ τὸν νέον εὐθαρσῶς ἐλέγξας, βασάνους τε ὑπέστη καὶ ὑπερορίας μακράς· ἀλλ’ αὐτὸς ὥσπερ ἄκμων στεῤῥὸς ἀνήλατος διέμεινε, καὶ τὴν πλάνην ἐν μέσῳ συνόδου Πατέρων κατήργησεν, ἀνακηρύξας τρανῶς τὸ σέβας τῆς Χριστοῦ εἰκόνος, καὶ ὀρθοδόξως δογματίσας προσκυνεῖν προσώπων ἐν Τριάδι Θεὸν ἕνα, δημιουργὸν τοῦ παντός.